ἐχῖνος


ἐχῖνος
ἐχῖνος, , (1) der Igel; sowohl Land- als Meerigel. Auch die Schale des Meerigels. (2) der dritte Magen der wiederkäuenden Tiere. Auch die innere dicke Haut im Magen der Vögel. (3) eine Verzierung an den Säulen, echinus. (4) die stachlige Frucht der Buchen. (5) ein metallenes od. irdenes Gefäß, in welches während der Vernehmung der Parteien alle Beweismittel getan u. das am Schluß der Anakrisis versiegelt und bis zum Gerichtstage verwahrt und dann erst geöffnet wurde. Übh. Gefäß. (6) ein rauher Teil am Pferdezaume, wahrscheinlich die Stange. (7) eine Kuchenart

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ἐχῖνος — hedgehog masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εχίνος — I (echinus). Θαλάσσιο ζώο, γνωστό κυρίως ως αχινός (βλ. λ.) II (Ανατ.). Ένα από τα τμήματα του πολύχωρου στομαχιού των μηρυκαστικών, το οποίο βρίσκεται μεταξύ του κεκρύφαλου και του ηνύστρου. Ο ε. δεν έχει αδένες και ο βλεννογόνος της εσωτερικής… …   Dictionary of Greek

  • Εχίνος — Sp Echinas Ap Εχίνος/Echinos L ŠR Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • εχίνος — ο βλ. αχινός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • οὑχῖνος — ἐχῖνος , ἐχῖνος hedgehog masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχῖνοι — ἐχῖνος hedgehog masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχῖνον — ἐχῖνος hedgehog masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φθιώτιδας, νομός — Νομός (4.441 τ. χλμ., 178.771 κατ.) της περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας. Συνορεύει στα Β με τους νομούς Μαγνησίας, Λάρισας και Καρδίτσας, στα Ν με τους νομούς Βοιωτίας, Φωκίδας και Αιτωλοακαρνανίας, στα Δ με τον νομό Ευρυτανίας, ενώ στα Α βρέχεται… …   Dictionary of Greek

  • еж — род. п. ежа, укр. ïж, ïжак, сербск. цслав. ѥжь ἐχῖνος, болг. еж, сербохорв. jе̑ж, род. п. jежa, словен. jež, чеш., слвц. jež, польск. jeż, в. луж. jěž, н. луж. jež. Праслав. *ezi̯o . Родственно лит. ežỹs, лтш. ezis eж , д. в. н. igil, нов. в …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • List of Latin and Greek words commonly used in systematic names — Contents 1 List of words 1.1 A 1.2 B 1.3 C …   Wikipedia

  • Liste lateinischer und griechischer Wörter in der biologischen Systematik — Die Liste lateinischer und griechischer Wörter in der biologischen Systematik dient dem Verständnis wissenschaftlicher Namen von Organismen. Die binominale Nomenklatur und einige Namen für höhere Taxa, etwa für Ordnungen, basiert überwiegend auf… …   Deutsch Wikipedia


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.